Δεν έχουν μηχανή, δεν κινούνται πάνω σε χιόνι και τα φρένα τους είναι ουσιαστικά… τα παπούτσια δύο ανθρώπων. Τα διάσημα Monte Toboggans της Μαδέρας κατεβαίνουν με ταχύτητα τους δρόμους πάνω από το Funchal εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα, μετατρέποντας ένα παλιό μέσο μεταφοράς των κατοίκων σε μία από τις πιο ιδιαίτερες ταξιδιωτικές εμπειρίες της Πορτογαλίας.

Αν τα δεις πρώτη φορά σε βίντεο, είναι πολύ πιθανό να αναρωτηθείς αν πρόκειται για κάποια τουριστική attraction που δημιουργήθηκε πρόσφατα για χάρη των social media.
Κι όμως, συμβαίνει σχεδόν το αντίθετο. Τα περίφημα Carros de Cesto, γνωστά διεθνώς και ως Monte Toboggans ή Monte Sledges, αποτελούν κομμάτι της ιστορίας της Μαδέρας και ξεκίνησαν ως ένας απολύτως πρακτικός τρόπος μετακίνησης.

Το Monte βρίσκεται στους λόφους πάνω από το Funchal, σε υψόμετρο περίπου 500 μέτρων. Τον 19ο αιώνα, όταν προφανώς δεν υπήρχαν αυτοκίνητα και σύγχρονα μέσα μεταφοράς, οι κάτοικοι χρειάζονταν έναν γρηγορότερο τρόπο για να κατεβαίνουν προς την πόλη.
Κάπως έτσι, γύρω στα μέσα του 1800, εμφανίστηκαν αυτά τα παράξενα οχήματα που μοιάζουν με συνδυασμό πολυθρόνας, καλαθιού και έλκηθρου. Και περισσότερο από 170 χρόνια αργότερα εξακολουθούν να κυκλοφορούν.
Χωρίς μηχανή, μόνο με τη βοήθεια της βαρύτητας
Τα παραδοσιακά έλκηθρα κατασκευάζονται χειροποίητα από ξύλο και πλεγμένο λυγαρόκλαδο και στηρίζονται πάνω σε δύο ξύλινους «δρομείς», όπως περίπου ένα έλκηθρο χιονιού. Μόνο που εδώ δεν υπάρχει χιόνι.
Το όχημα γλιστράει κανονικά πάνω στην άσφαλτο, εκμεταλλευόμενο την κατηφόρα και τη βαρύτητα.
Κάθε καλάθι ελέγχεται από δύο άνδρες, τους περίφημους carreiros, οι οποίοι είναι ίσως τόσο χαρακτηριστικοί όσο και τα ίδια τα έλκηθρα. Φορούν την παραδοσιακή λευκή στολή και ψάθινα καπέλα και τρέχουν πίσω ή δίπλα από το καλάθι, σπρώχνοντας, κατευθύνοντας και φρενάροντάς το.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο απίθανη λεπτομέρεια. Για φρένα χρησιμοποιούν τις μπότες τους.
Οι carreiros φορούν ειδικά παπούτσια με χοντρές λαστιχένιες σόλες και πιέζοντας τα πόδια τους πάνω στον δρόμο μπορούν να μειώνουν την ταχύτητα του καλαθιού και να το ελέγχουν στις στροφές.
Με άλλα λόγια, αν βρίσκεσαι μέσα, καλό είναι να έχεις εμπιστοσύνη στους δύο κυρίους με τα λευκά.
Δύο χιλιόμετρα κατηφόρας μέσα στους δρόμους
Σήμερα η διαδρομή ξεκινά από το Monte, κοντά στην εκκλησία Nossa Senhora do Monte, και κατεβαίνει προς το Livramento. Η απόσταση είναι περίπου δύο χιλιόμετρα και η κατάβαση διαρκεί γύρω στα δέκα λεπτά.
Και μπορεί τα δέκα λεπτά να μην ακούγονται πολλά, αλλά μέσα σε ένα ψάθινο καλάθι που γλιστράει σε κατηφορικούς και γεμάτους στροφές δρόμους, μάλλον αποκτούν διαφορετική διάρκεια.
Τα έλκηθρα μπορούν να αναπτύξουν αρκετά εντυπωσιακή ταχύτητα, ενώ γύρω τους υπάρχει κανονικά το αστικό τοπίο της Μαδέρας. Σπίτια, τοίχοι, στενοί δρόμοι και ανοίγματα με θέα προς το Funchal και τον Ατλαντικό.
Και ναι, σε αρκετά σημεία η εμπειρία δείχνει στις κάμερες πολύ πιο γρήγορη απ' όσο θα περίμενε κανείς βλέποντας αρχικά ένα χαριτωμένο ψάθινο καλάθι.

Από καθημερινή μετακίνηση σε σύμβολο της Μαδέρας
Αυτό είναι ίσως και το ωραιότερο κομμάτι της ιστορίας. Τα Monte Sledges δεν σχεδιάστηκαν ως τουριστική ατραξιόν. Οι κάτοικοι τα χρησιμοποιούσαν για να φτάνουν γρηγορότερα από το Monte προς το Funchal και σταδιακά, καθώς ο τουρισμός άρχισε να αναπτύσσεται στο νησί, η ασυνήθιστη μετακίνηση άρχισε να τραβά το ενδιαφέρον των επισκεπτών.
Σήμερα θεωρούνται ένα από τα χαρακτηριστικά σύμβολα της Μαδέρας και χιλιάδες ταξιδιώτες δοκιμάζουν κάθε χρόνο την κατάβαση.
Σε μια εποχή που οι περισσότερες τουριστικές εμπειρίες προσπαθούν να γίνουν όλο και πιο high-tech, η Μαδέρα εξακολουθεί να προσφέρει μία από τις πιο διάσημες βόλτες της χωρίς κινητήρα, οθόνες ή περίπλοκη τεχνολογία. Μόνο ίσως με μία συμβουλή. Αν αποφασίσεις να μπεις στο καλάθι, καλύτερα να μην κοιτάξεις πολύ προσεκτικά την κατηφόρα πριν ξεκινήσεις.
Διαβάστε ακόμα
Όταν το πάθος δεν γνωρίζει ηλικία: Η 77χρονη μπαλαρίνα που δεν λέει να σταματήσει να χορεύει
Το χωριό που θυμίζει ελληνικό νησί, αλλά βρίσκεται χιλιόμετρα μακριά σε άλλη ήπειρο
Η γυναίκα που πέρασε 50 χρόνια ζωγραφίζοντας το χωριό της και το έκανε έργο τέχνης