Στον αχανή κόσμο των αριθμητικών μεθόδων, να η τελευταία διατροφική τάση. Το όνομά της; 30-30-3. Και ενώ τα social media βρίθουν από αινιγματικές προκλήσεις, αυτή τη φορά οι ειδικοί φαίνεται να συμφωνούν με τον «αλγόριθμο». Η μέθοδος έγινε δημοφιλής από την Αμερικανίδα ραδιοφωνική παραγωγό Mel Robbins μέσα από το podcast της. Δημιουργήθηκε από τη γιατρό Amy Shah και προτείνει, 30 γραμμάρια πρωτεΐνης στο πρώτο γεύμα της ημέρας, 30 γραμμάρια φυτικών ινών κατανεμημένα μέσα στη μέρα και, τέλος, τρεις μερίδες προβιοτικών τροφών καθημερινά. Η υπόσχεση; Πιο σμιλεμένο σώμα, καλύτερη πέψη, λιγότερη κόπωση και πιο καθαρή σκέψη με μειωμένο άγχος.
Πίσω από αυτόν τον μαθηματικό τύπο, ωστόσο, κρύβεται ένας εξαιρετικά αποτελεσματικός μνημονικός τρόπος για να θυμόμαστε βασικές αρχές που συχνά παραμελούμε.
Η μέθοδος 30-30-3: τι λένε πραγματικά οι διατροφολόγοι
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι εξαρχής, η κατανάλωση πρωτεΐνης στο πρωινό δεν είναι κάτι επαναστατικό. Εδώ και χρόνια, οι διατροφολόγοι προειδοποιούν ότι η πρωινή πρόσληψη πρωτεΐνης είναι ανεπαρκής. «Η πρωτεΐνη στο πρωινό αυξάνει τον κορεσμό και μειώνει τις λιγούρες, ειδικά για ζάχαρη και επεξεργασμένους υδατάνθρακες. Σταθεροποιεί το σάκχαρο στο αίμα, κάτι που μπορεί να μειώσει την κόπωση στα μέσα του πρωινού», εξηγεί η δρ. Shapiro στο περιοδικό Self. Ακόμη και σήμερα, πολλοί καταναλώνουν ελάχιστη ή καθόλου πρωτεΐνη το πρωί. Για παράδειγμα, δύο αυγά προσφέρουν περίπου 12 γραμμάρια πρωτεΐνης, πολύ λιγότερα από τα 30 γραμμάρια που προτείνει η μέθοδος.
Το ίδιο ισχύει και για τις φυτικές ίνες. Η πλειονότητα των ανθρώπων δεν καλύπτει τις συστάσεις (περίπου 25 έως 38 γραμμάρια την ημέρα). Σύμφωνα με τους ειδικούς, η αύξηση της πρόσληψης στα 30 γραμμάρια μπορεί να μεταμορφώσει πραγματικά την πέψη και τα επίπεδα ενέργειας. «Όταν τα βακτήρια του εντέρου ζυμώνουν τις φυτικές ίνες, παράγουν λιπαρά οξέα βραχείας αλυσίδας, τα οποία συνδέονται με καλύτερη μεταβολική υγεία, μειωμένη φλεγμονή και ακόμη καλύτερη επικοινωνία μεταξύ εντέρου και εγκεφάλου. Γι’ αυτό όσοι αυξάνουν τις φυτικές ίνες συχνά παρατηρούν πιο σταθερή ενέργεια, καλύτερη διάθεση και πιο καθαρή σκέψη», εξηγεί η διαιτολόγος Erin Jowett. Με άλλα λόγια, εδώ ίσως κρύβεται το πραγματικό «game changer» της προσέγγισης.
Όσον αφορά τα προβιοτικά, οι ειδικοί είναι πιο επιφυλακτικοί. Αναγνωρίζουν τα οφέλη τους για την πέψη, το ανοσοποιητικό και την ποικιλία του μικροβιώματος του εντέρου, αλλά αναφέρονται κυρίως σε ζυμωμένα τρόφιμα (κεφίρ, kombucha, ξινολάχανο) και όχι σε συμπληρώματα που προβάλλονται ως «θαυματουργά». «Είναι υποστήριξη, όχι θεραπεία», τονίζει η Erin Jowett. Μακριά από το να αποτελεί πανάκεια, η μέθοδος 30-30-3 ξεχωρίζει χάρη στον μνημονικό της χαρακτήρα, που βοηθά να διορθώσουμε ορισμένες ελλείψεις χωρίς να ανατρέψουμε ριζικά τον τρόπο ζωής μας.