Δεν μιλάμε για εποχές με ταχυδρομικά περιστέρια και γράμματα σε πάπυρο. Μιλάμε για το σχετικά πρόσφατο παρελθόν. Για τα ‘90s και τα πρώτα 2000s. Για μια εποχή που δεν είχαμε smartphones, αλλά είχαμε χρόνο. Και καρδιά που χτυπούσε δυνατά χωρίς δόνηση ειδοποίησης.
Θυμάσαι τότε που για να σε καλέσει κάποιος έπρεπε να ξέρει το σταθερό του σπιτιού σου; Όχι το προσωπικό σου κινητό. Το σταθερό. Αυτό που βρισκόταν συνήθως στο σαλόνι, δίπλα στη βιβλιοθήκη ή πάνω σε ένα σεμεδάκι που δεν έπρεπε να τσαλακώσεις.
Και αν ήσουν τυχερή, το σήκωνες εσύ. Αν ήσουν άτυχη, το σήκωνε ο πατέρας σου με εκείνο το παγωμένο «παρακαλώ;» που μπορούσε να κόψει κάθε ρομαντική διάθεση στον αέρα. Έτσι ξεκινούσε το φλερτ.

Freepik
Το σταθερό τηλέφωνο: το πρώτο τεστ θάρρους
Δεν υπήρχαν “μηνύματα στις 2 το βράδυ”. Δεν υπήρχαν “σε σκέφτομαι” με καρδούλες. Υπήρχε ένα κουδούνισμα που έκανε όλο το σπίτι να γυρίσει προς το μέρος του.
Το τηλέφωνο χτυπούσε. Αν περίμενες να σε πάρει η καρδιά σου χτυπούσε πιο δυνατά.
Έτρεχες να το προλάβεις πριν απαντήσει κάποιος άλλος. Το σήκωνες προσπαθώντας να ακουστείς αδιάφορη.
«Ναι;»
Κι όταν άκουγες τη φωνή του, έπρεπε μέσα σε δευτερόλεπτα να μεταμορφωθείς από “καλή κόρη” σε “κορίτσι που φλερτάρει” χωρίς να το καταλάβει κανείς γύρω σου. Μιλούσες χαμηλόφωνα. Γελούσες σιγανά. Κοίταζες διαρκώς την πόρτα μήπως περάσει η μαμά. Και φυσικά, υπήρχε πάντα ο φόβος του… παράλληλου ακουστικού.
Δεν ήταν άνετο. Ήταν όμως συναρπαστικό.

Freepik
Τα γράμματα: όταν η αναμονή είχε νόημα
Όταν τα λόγια δεν χωρούσαν στο τηλέφωνο, έπιανες χαρτί και στυλό. Όχι γιατί ήταν ρομαντικό trend. Αλλά γιατί ήταν ο μόνος τρόπος.
Έγραφες αργά. Σκεφτόσουν κάθε λέξη. Έσβηνες. Δίπλωνες το χαρτί ξανά και ξανά μέχρι να γίνει μικρό τετράγωνο. Ίσως έβαζες λίγο άρωμα. Ίσως ζωγράφιζες μια καρδιά στην άκρη. Και μετά περίμενες. Όχι λεπτά. Όχι ώρες. Μέρες.
Δεν υπήρχαν “διαβάστηκε”. Δεν υπήρχε απόδειξη ότι έφτασε. Υπήρχε μόνο η ελπίδα. Κι όταν τελικά ερχόταν η απάντηση, το χαρτί γινόταν κάτι ιερό. Το διάβαζες ξανά και ξανά μέχρι να μάθεις ότι έγραφε απ’ έξω.

Freepik
Το «πάω μέχρι την πλατεία» που μόνο τυχαίο δεν ήταν
Το φλερτ τότε δεν γινόταν από τον καναπέ με πιτζάμες και φίλτρα. Γινόταν έξω. Στον δρόμο. Στην πλατεία. Στα στενά της γειτονιάς.
«Πάω μέχρι την πλατεία» σήμαινε πολλά.
Σήμαινε: μπορεί να είναι εκεί.
Σήμαινε: μπορεί να περάσει.
Σήμαινε: αν κάνω έναν–δύο κύκλους ακόμα, ίσως “τυχαία” συναντηθούμε.
Οι βόλτες δεν ήταν απλώς βόλτες. Ήταν στρατηγική. Έβγαινες με τις φίλες, αλλά καθεμία ήξερε τον πραγματικό σκοπό. Περνούσατε από όλα τα πιθανά στέκια: το παγκάκι που καθόταν η παρέα του, το γηπεδάκι, το βιντεοκλάμπ, το μαγαζί με τα σουβλάκια, το φροντιστήριο “την ώρα που σχολάει”.
Κάνατε κύκλους στη γειτονιά μέχρι να “πέσετε πάνω του” δήθεν τυχαία.
Και όταν συνέβαινε, έπρεπε να παίξεις τον ρόλο σου τέλεια:
«Α, εδώ είσαι; Δεν σε είχα δει!»
Λες και δεν είχες μόλις περάσει τρεις φορές από το ίδιο σημείο.
Ένα βλέμμα από απέναντι μπορούσε να κρατήσει ολόκληρη εβδομάδα. Δεν υπήρχε Instagram να δεις αν είναι online. Δεν υπήρχε story να καταλάβεις πού βρίσκεται. Δεν ήξερες τι κάνει. Δεν ήξερες με ποιον μιλάει.
Κι όμως, αυτό το “δεν ξέρω” ήταν που έκανε τα πάντα πιο έντονα.
Γιατί κάθε συνάντηση ήταν πραγματική. Δεν ήταν αποτέλεσμα αλγορίθμου. Ήταν αποτέλεσμα βόλτας. Επιμονής. Και λίγης, πολύ λίγης, σκηνοθετημένης τύχης.

Freepik
Mixtape: όταν το “σ’ αγαπώ” ήταν σε κασέτα
Πριν τις playlists και τα links, υπήρχε η κασέτα. Αν σου έφτιαχνε mixtape, είχε αφιερώσει χρόνο. Πραγματικό χρόνο.
Καθόταν δίπλα στο ραδιόφωνο. Περίμενε το τραγούδι. Πατούσε “record” την κατάλληλη στιγμή. Ήλπιζε να μην μπει διαφήμιση στη μέση.
Και κάθε τραγούδι είχε νόημα. Ήταν ο τρόπος του να σου πει αυτά που ντρεπόταν να πει με λόγια.
Κι εσύ άκουγες την κασέτα ξανά και ξανά. Μέχρι να “μασήσει” η ταινία και να τη γυρίσεις με το στυλό μπας και το σώσεις. Μέχρι να ξέρεις τη σειρά των τραγουδιών απ’ έξω.

Freepik
Τα πάρτι: η ώρα της αλήθειας
Τα πάρτι δεν ήταν απλώς μια έξοδος. Ήταν τεστ αντοχής. Ήταν σκηνή γεμάτη βλέμματα, ψιθύρους και σενάρια που έτρεχαν στο μυαλό σου με ταχύτητα φωτός.
Μπαίνοντας στον χώρο, έκανες το πρώτο σκανάρισμα. Είναι εδώ; Με είδε; Με κοίταξε;
Και πάντα υπήρχε η φίλη–ραντάρ δίπλα σου: «Σε κοιτάει.»
Δύο λέξεις που μπορούσαν να σου ανεβάσουν τους παλμούς περισσότερο κι από τον ήχο των ηχείων.
Και μετά ερχόταν η ιερή στιγμή. Τα slow.
Η ώρα των slow δεν ήταν απλώς αλλαγή ρυθμού. Ήταν η ώρα της αλήθειας. Όταν χαμήλωναν τα φώτα και ξεκινούσαν οι πρώτες νότες, ο χρόνος πάγωνε. Όλοι ήξεραν τι σήμαινε εκείνη η στιγμή.
Αν ερχόταν και σου έλεγε «χορεύουμε;», δεν ήταν απλώς ένας χορός. Ήταν δήλωση. Ήταν ξεκάθαρο μήνυμα: σε θέλω. Σε διαλέγω. Τώρα.
Κι όσο δεν ερχόταν, εσύ πάλευες με τις σκέψεις σου. Ήταν παιχνίδι τακτικής χωρίς manual. Αν σηκωνόσουν με άλλον, υπήρχε πάντα το ρίσκο να τον χάσεις. Αν περίμενες, υπήρχε ο φόβος να μείνεις εκεί, όρθια, προσποιούμενη ότι δεν σε αφορά.
Και όταν τελικά τα χέρια ακουμπούσαν διστακτικά στη μέση σου και η απόσταση μηδενιζόταν, η αμηχανία. Το βλέμμα που δεν ήξερες αν πρέπει να κρατήσεις ή να χαμηλώσεις.
Και εκεί, μέσα σε τρία λεπτά slow, μπορούσαν να ειπωθούν όλα χωρίς καμία λέξη.

Το ραντεβού χωρίς Location και GPS
Ραντεβού στις 7 στην πλατεία. Αυτό ήταν. Δεν υπήρχε “στέλνω location”. Δεν υπήρχε “άργησα 10 λεπτά, έρχομαι”. Αν δεν εμφανιζόσουν, δεν υπήρχε τρόπος να εξηγήσεις. Και αν εμφανιζόταν, ένιωθες ότι έκανε μια συνειδητή επιλογή: να είναι εκεί. Για εσένα.
Στεκόσουν λίγο πιο πέρα. Κοίταζες το ρολόι. Ίσιωνες τα ρούχα σου. Έκανες πως κοιτάς αλλού. Και όταν τον έβλεπες να πλησιάζει, ένιωθες εκείνο το γνώριμο σφίξιμο στο στομάχι.
Σήμερα μπορούμε να μιλήσουμε από οπουδήποτε, με οποιονδήποτε, οποιαδήποτε στιγμή. Να στείλουμε μήνυμα σε δευτερόλεπτα, να δούμε αν είναι online, να παρακολουθήσουμε τι κάνει, πού βρίσκεται, με ποιον γελάει. Η επικοινωνία δεν χάθηκε· απλώς έγινε άμεση, γρήγορη, σχεδόν αυτόματη.
Κι όμως, για εμάς που το ζήσαμε αλλιώς, υπάρχει μια γλυκιά νοσταλγία για τότε. Για εκείνη την εποχή που δεν ξέραμε. Που δεν είχαμε εικόνα για τα πάντα. Που η απουσία πληροφορίας γέμιζε με φαντασία. Που ένα τηλεφώνημα μπορούσε να αλλάξει όλη τη μέρα και μια συνάντηση να γίνει το γεγονός της εβδομάδας.
Τότε το φλερτ δεν χωρούσε σε οθόνη. Χωρούσε σε βλέμματα, σε παύσεις, σε σιωπές γεμάτες νόημα. Δεν ήταν πιο εύκολο. Ήταν όμως πιο ανθρώπινο. Είχε αμηχανία, είχε ρίσκο, είχε καρδιοχτύπι. Και ίσως τελικά αυτό να μας λείπει. Όχι γιατί σήμερα είναι χειρότερα. Αλλά γιατί τότε νιώθαμε λίγο περισσότερο. Περιμέναμε λίγο πιο πολύ. Επενδύαμε λίγο πιο βαθιά. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε...
Διαβάστε ακόμα
Άγιος Βαλεντίνος: Τι λένε οι επιστήμονες για τον έρωτα και πόσο κρατάει στ’ αλήθεια
Άγιος Βαλεντίνος: Η επιστήμη του... ξενέρωσα. Γιατί σταματάμε να είμαστε ερωτευμένοι
Μήπως έχεις Touch Hunger; Η ανάγκη για ανθρώπινη επαφή που δεν συζητάμε ποτέ