Θλίψη σκόρπισε η είδηση ότι έφυγε από τη ζωή στα 87 του ο Γιώργος Μαρίνος, ο μοναδικός αυθεντικός Έλληνας σόουμαν.
Ο σπουδαίος ηθοποιός τα τελευταία χρόνια είχε απομονωθεί από όλους και από όλα.
Σύμφωνα με το Πρωινό, υπήρξε μια επιπλοκή στο αναπνευστικό του συνεπεία μιας λοίμωξης που απέβη μοιραία και την Τρίτη το απόγευμα έφυγε από τη ζωή.
Ο Πάνος Κατσαρίδης που είχε δημοσιεύσει την πρώτη φωτογραφία του ηθοποιού μόλις πέρσι από τον οίκο ευγηρίας όπου διέμεινε μίλησε στην εκπομπή για το πώς ζούσε τα τελευταία χρόνια ο Γιώργος Μαρίνος.
«Δύο άνθρωποι τον φρόντιζαν τα τελευταία δύο χρόνια, ο Βασίλης και η Ιωάννα. Είχε μια όμορφη καθημερινότητα, συναναστρεφόταν τους ανθρώπους στο ίδρυμα που έμενε. Την Τσικνοπέμπτη διασκέδασε μαζί τους. Ο λόγος που αποκαλύφθηκε τότε πού είναι ο Γιώργος Μαρίνος ήταν διότι κάποιοι έβαζαν κάμερες στα τζάμια για να καταγράψουν εικόνα που δεν ήθελε. Ο κοντινότερος άνθρωπος ήταν ο Βασίλης Θωμάκος, 40 χρόνια μαζί. Ο Γιώργος Μαρίνος ζούσε στη Βούλα, στο δικό του σπίτι. Είχε αποφασίσει να αποσυρθεί. Όταν λόγω ηλικίας δεν μπορούσε, έμεινε στο σπίτι του Βασίλη Θωμάκου, όταν δεν μπορούσαν τον πήγαν σε μια πάρα πολύ καλή μονάδα. Είχε αυτό που έπρεπε να έχει μέχρι το τέλος για να είναι αξιοπρεπής» ανε΄φερε ο Πάνος Κατσαρίδης.
Ο Γιώργος Μαρίνος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939. Οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν μόλις ενός έτους και μεγάλωσε με τη μητέρα του, Βασιλική. Ήταν 12 ετών όταν είδε πρώτη φορά τον πατέρα του, Αλέξανδρο, ο οποίος ήταν εξόριστος στη Μακρόνησο.
Οι γονείς του ήθελαν να γίνει πολιτικός μηχανικός ή αρχιτέκτονας όπως ήταν ο πατέρας του, άλλωστε είχε κλίση στα μαθηματικά. Εκείνος όμως, ανήλικος ακόμη, έδωσε κρυφά εξετάσεις στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Το 1962, δευτεροετής στο Εθνικό, έπαιξε στην «Οδό ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, μαζί με τον Δημήτρη Χορν, τη Ρένα Βλαχοπούλου, τη Μάρω Κοντού και άλλους καταξιωμένους καλλιτέχνες. Ερμήνευσε το τραγούδι «Κάθε κήπος». Από τότε ξεκίνησε η σταδιοδρομία του στο θέατρο, αλλά και τις μπουάτ της εποχής.
Παράλληλα, πραγματοποίησε εμφανίσεις και στο σινεμά, όπως στην ταινία του Ίωνα Νταϊφά «Ο τρίτος δρόμος», με πρωταγωνίστρια τη Μάρω Κοντού. Συνδυάζοντας την υποκριτική και το τραγούδι, παρουσίασε για πρώτη φορά στην Ελλάδα ένα διαφορετικό είδος διασκέδασης που αποτελούνταν από πρόζα, σάτιρα, χορό και τραγούδι. Εμφανιζόταν για σχεδόν 20 χρόνια (1973-1992) στου Μακρυγιάννη, στη «Μέδουσα». Συνεργάστηκε με τον μαέστρο Νίκο Δανίκα επί σειρά ετών, ενώ στίχους του έχουν γράψει η Λίνα Νικολακοπούλου, ο Δημήτρης Ιατρόπουλος, ο Σταμάτης Κραουνάκης, η Νινή Ζαχά.
Είχε στενή φιλία με τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Νίκο Γκάτσο.
Οι εικόνες από το Αρχείο της ΕΡΤ από το μακρινό 1976 είναι μόνο ένα δείγμα του πρώτου σοούμαν της Ελλάδας.